δαμάλῃ

δάμαλις
young cow
fem dat sg (attic epic ionic)
δαμάληι , δάμαλις
young cow
fem dat sg (epic)
δαμάλη
fem dat sg (attic epic ionic)
δαμάλης
subduer
masc dat sg (attic epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαμάλη — δάμαλις young cow fem nom/voc sg (attic epic ionic) δάμαλις young cow fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) δαμάλη fem nom/voc sg (attic epic ionic) δαμάλης subduer masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλη — η βλ. δαμάλα …   Dictionary of Greek

  • δάμαλαι — δαμάλη fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλας — δαμάλᾱς , δάμαλις young cow fem acc pl δαμάλᾱς , δάμαλις young cow fem gen sg (doric aeolic) δαμάλᾱς , δαμάλη fem acc pl δαμάλᾱς , δαμάλη fem gen sg (doric aeolic) δαμάλᾱς , δαμάλης subduer masc acc pl δαμάλᾱς , δαμάλης subduer masc nom sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλα — η (AM δάμαλις, Α και δαμάλη, Μ και δαμαλίς) αγελάδα, συνήθως νεαρή που δεν έχει ακόμη γεννήσει νεοελλ. χοντρή και ανόητη γυναίκα αρχ. μσν. παρθένα, κόρη μσν. φρ. «ἡ δάμαλις ἡ ἄσπιλος» (για τη Θεοτόκο) αρχ. φρ. «δάμαλις σῡς» γουρουνόπουλα. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • δαμαλᾶν — δάμαλις young cow fem gen pl (doric aeolic) δαμάλη fem gen pl (doric aeolic) δαμάλης subduer masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμαλῶν — δάμαλις young cow fem gen pl δαμάλη fem gen pl δαμάλης subduer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλαι — δάμαλις young cow fem nom/voc pl δαμάλᾱͅ , δάμαλις young cow fem dat sg (doric aeolic) δαμάλᾱͅ , δαμάλη fem dat sg (doric aeolic) δαμάλης subduer masc nom/voc pl δαμάλᾱͅ , δαμάλης subduer masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλαν — δαμάλᾱν , δάμαλις young cow fem acc sg (doric aeolic) δαμάλᾱν , δαμάλη fem acc sg (doric aeolic) δαμάλᾱν , δαμάλης subduer masc acc sg (epic doric aeolic) δαμάλης subduer masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάλην — δάμαλις young cow fem acc sg (attic epic ionic) δαμάλη fem acc sg (attic epic ionic) δαμάλης subduer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.